Read time: 40 mins

1q2Έθιμα Θανάτου

by Constantia Soteriou 
17 August 2020

 

Της Κωνσταντίας Σωτηρίου

 

-Εν να βασανιστεί πολλά.

-Έσσιειθκυό ώρες που άρκεψεν τζαι εν ακόμα στην αρκήν.

-Έσσιει κανέναν μου εν εσυγχώρεσαν να τον φερουμεν να της συγχωρήσει;

-Εν να έσσιει αλλόπως πολλά κρίματα.

-Κρίματα κρίματα.

-Βάλε της νερό με το παπάτζιν πάνω στην γλώσσα τζαι σιωπή.

-Η ψισσιή βασανιέται πολλά να φκει.

-Εν εύκολο να ποχωριστεί το κορμίν;

-Εν ναιν εύκολο.

-Όι.

-Κάτσετε δαμαί.

-Να της κρατούμε το σσέριν της.

-Δίπλα της.

-Δίπλα της. Δίπλα της.

-Τζαι δώστε της αναπαμονόν.

-Της Σπασούλας μας.

-Πόψε εν να ένει δύσκολη η νύχτα.

-Για την Σπασούλα μας.

-Για ούλες μας.

-Πόψε εν η νύχτα που η Σπασούλα εν να πεθάνει.

Εγώ την Σπασούλα σε μια από τις συγκεντρώσεις την γνώρισα, κάπου εκεί την γνώρισα. Σεπτέμβριο. Που μαζευόμασταν στα κάγκελα και κρατούσαμε φωτογραφίες να δείξουμε στους αιχμαλώτους που ερχόντανε από τα Αδάνα. Να δούνε αν είχαν αυτοί δει τους δικούς μας. Να τους αναγνωρίσουνε. Ψέματα. Δεν ήταν σε συγκέντρωση. Ήταν στο φωτογραφείο. Στον Τάκη. Δεκαέξι του Σεπτέμβρη που μαζευτήκαμε, πρώτη φορά που μαζευτήκαμε, σε εκείνο το ξενοδοχείο στο Φιλοξένια μαζευτήκαμε, κρατούσα την φωτογραφία του Γιωργάκη και με κοίταξε στραβά η κα Λούλα. Μεγάλη κυρία αυτή, της επιτροπής. Παλιά οικογένεια, της Λευκωσίας. Η μόνη που στις συγκεντρώσεις ερχόταν βαμμένη, με το κοκκινάδι της, με το σακάκι της το περιποιημένο. Μην κοιτάς εμείς που φύγαμε από τα χωριά με το βρακί που φορούσαμε. Που πηγαίναμε στους συγκεντρώσεις με τα μαύρα τα ρούχα που μας δώσανε. Ντυμένες κακήν κακώς. Και την φούστα της την πλισέ, και το τακουνάκι της και το ρουζ της. Άλλο πράμα η κυρία Λούλα. Σε εκείνη την πρώτη συγκέντρωση, με κοίταξε. Στραβά με κοίταξε. Ήτανε πριν φτάνουν τα λεωφορεία που περιμέναμε. Ήρθε κοντά μου και μου μίλησε. Είναι μικρή μου είπε η φωτογραφία και όχι διάκριτη, να πάτε σε φωτογραφείο να την μεγαλώσετε. Η φωτογραφία του Γιώργου τώρα. Ότι ήτανε μικρή και σκοτεινή. Να την κάνετε διάκριτη. Έτσι μου είπε. Να φαίνεται. Και μου έδωσε μια κάρτα να πάω την επόμενη. Να του πεις ότι σε στέλλω εγώ είπε, η Λούλα να πεις του Τάκη. Να κάνει την φωτογραφία σας καθαρή και μεγάλη και να σας δώσει και αντίτυπα. Δεν χρειάζεται, της απάντησα, θα έρθει σήμερα. Πιστεύω θα έρθει σήμερα. Με τα λεωφορεία. Έτσι μας είπανε, από τον Ερυθρό Σταυρό μας είπανε, θα έρθουν σήμερα πέντε λεωφορεία. Ο Γιώργακης της τόνισα θα έρθει σήμερα. Πιστεύω σήμερα. Εκείνη επέμενε, έβαλε την κάρτα στην τσέπη μου, μια ζακέτα παλιά μαύρη που μου δώσαμε, πως δεν χάθηκε η κάρτα, ακόμα το θυμάμαι και απορώ. Ξεχειλωμένη η τσέπη της. Της ζακέτας τώρα της μαύρης. Ήρθανε τα λεωφορεία εκατόν δεκάξι άτομα ήρθανε. Μαθητές και γεροί ήρθανε, μαζί και κάτι παπάδες, αιχμάλωτοι άρρωστοι. Ένας ένα κατέβαινε, έναν έναν τους βλέπαμε, με τις ώρες περιμέναμε. Βλεπαμε τις άλλες που αγκαλιάζανε, ζηλεύαμε. Άφαντος ο Γιωργάκης. Κάτσαμε μέχρι το τέλος και περιμέναμε. Έφυγαν όλο και εμείς περιμέναμε. Μπορεί και τελευταία να έφυγα, γύρεψα με το μάτι την κυρία Λούλα, ήθελα να της πω που εθύμωσα, που μας το γρουσούζεψε, που δεν ήρθε με το λεωφορείο ο Γιωργάκης.

Την επομένη πήγα στο φωτογραφείο σε ένα Τάκη κάτω στην Χώρα με την φωτογραφία. Αυτός εκεί την εμεγάλωσε, πολύ την καθάρισε. Είχανε και κάτι τεχνικές με χρώματα, μολύβια ειδικά με χρώματα, ωραίο τον έκανε τον Γιωργάκη τον ομόρφηνε. Ακόμα και γραβάτα του έφτιαξε, με τα μολύβια τα χρωματιστά και φαίνεται ψεύτικη. Την βλέπαμε και γελούσαμε, που έβαλε του Γιωργάκη γραβάτα που αυτός ποτέ του γραβάτα δεν φόραγε. Θα έβλεπε ο Γιωργάκης την φωτογραφία που φορούσε γραβάτα και θα έφριττε. Έτσι σκεφτόμουνα. Έφτιαξε όμως την φωτογραφία ωραία μεγάλη. Παράδες δεν ήθελε, μας είπε πως η Λούλα αυτά τα πλήρωνε, του έστελνε πελάτες με ανθρώπους που χαθήκανε και πλήρωνε. Στο καλό να πάτε, να τον έβρετε, μας είπε. Ο φωτογράφος. Λίγες μέρες μετά ξανά στην ουρά περιμέναμε, ούτε που κρατούσα την φωτογραφία την μεγάλη βοήθησε. Ο Γιωργάκης από το λεωφορείο δεν κατέβαινε. Τέλη του Οκτώβρη πάλι εκεί, που έγινε η μεγάλη η ανταλλαγή. Μας έδωσαν εμάς οι Τούρκοι χίλιους τόσους αιχμάλωτους πίσω, δώσαμε άλλους τόσους και παραπάνω αιχμαλώτους εμείς. Εγώ εκεί, με την φωτογραφία την μεγάλη, που την έκανε ο φωτογράφος διάκριτη. Καθόλου δεν εβοήθησε. Ο Γιωργάκης από κανένα λεωφορείο δεν κατέβηκε. Τελευταία φορά που πήγαμε, πέντε φορές που σταθήκαμε, είδα την κυρία Λούλα να φεύγει από εκεί και αυτή τελευταία. Εδώ στο στόμα την είχαμε, στο στομάχι την είχαμε, που είπε για τον Γιωργάκη στην φωτογραφία που δεν φαινότανε, που μας είπε την εικόνα του μικρή σκοτεινή. Την είδα που έφευγε, την ώρα που έφευγε, το τακουνάκι της κούτσα κούτσα, την φούστα την πλισέ, έτρεξα και την πρόφτανα να την θυμώσω που τον εγρουσούζεψε, να της πω που δεν τον άφηκε ο λόγος της τον Γιώργο μου να κατέβει από το λεωφορείο. Με κράτησε η Σπασούλα που έτρεχα, και αυτής δικός της χάθηκε, μας είπανε πως ο γιός της χάθηκε, για αυτό και πάντα ερχότανε για αυτό και αυτή στεκότανε. Έτσι είπε η Σπασούλα. Και εμείς την αφήκαμε. Την κυρία Λούλα. Έτσι που την είδαμε. Πολύ την λυπήθηκα. Διότι ότι να πεις. Άλλο ο άντρας σου, άλλος ο γιος σου. Να δεις την Σπασούλα εκεί θα την γνώρισα. Στην τελευταία την συνάντηση. Που περιμέναμε. Όχι στο φωτογραφείο. Εκεί θα την γνώρισα. Μαζί που περιμέναμε. Την τελευταία φορά.

Εμάς στο χωριό τις χήρες της είχανε αυστηρά, θυμάσαι Σπασούλα που στο χωριό τις χήρες τις είχανε αυστηρά; Να πέθανε ο άντρας τους και η ζωή τους μαζί του έσβηνε, να πεθάνει ο άντρας τους και να υπάρχουνε τέλειωνε. Έβαζαν το πένθος όλη τους τη ζωή. Που δεν ήταν ζωή. Κουβαλούσαν κομμάτι από θάνατο, έλεγε η γιαγιά μου. Κουβαλούμε κομμάτι από θάνατο σαν πεθάνει ο άντρας μας. Θυμάσαι Σπασούλα την γιαγιά μου που κουβαλούσε κομμάτι τον θάνατο; Πέθανε ο παππούς που η γιαγιά ήτανε κοπέλα. Είκοσι χρονών η γιαγιά σκότωσαν τον άντρα της οι αγωνιστές ότι είχε σχέσεις με τους Εγγλέζους. Τον σκότωσαν με πέτρες. Τον έστησαν κάτω από ένα δέντρο και ερχόταν ένας ένας στο χωριό να ρίξει μια πέτρα. Δεν θυμάμαι τώρα το δέντρο. Νομίζω ήτανε ελιά. Πέρασε όλο το χωριό έριξε μια πέτρα, έριξε όλο το χωριό στον παππού μια πέτρα, ειδοποίησαν την γιαγιά ότι ο άντρα της πέθανε, άρχισε να κουβαλά η γιαγιά μια ζωή κομμάτι τον θάνατο. Έπρεπε να βάλει τα μαύρα. Γύρισε στο σπίτι τους καθρέφτες, και σαράντα μέρες δεν σκούπισε. Μπάνιο πενήντα μέρες δεν έκαμε. Κατσαρόλα να ψήσει φαϊ δεν έβαλε. Τα μαλλιά της τα έκοψε να τα πάρει ο παππούς μαζί του στον Άδη. Σαν πέρασαν οι μέρες, έβαψε όλα τα ρούχα της μαύρα και άρχισε να φορά δύο μαντήλια. Γιατί φορούσε η γιαγιά Σπασούλα δύο μαντήλια; Γιατί φορούσε η γιαγιά δυο μαύρα μαντήλια; Επειδή σαν κουβαλάς κομμάτι τον θάνατο ένα μαντήλι το πένθος σου δεν μπορεί να το σηκώσει. Για αυτό. Το ένα το μαντήλι το έβαλε στο κεφάλι να καλύψει η γιαγιά τα μαλλιά της, είχε ωραία μαλλιά η γιαγιά μου, ωραία μαλλιά και φρύδια, το άλλο το μαντήλι το είχε περασμένο στους ώμους της, να πέφτει ριχτό πάνω στην πλάτη της και έφερνε τις άκρες του πάνω στο στήθος της. Μόνο έτσι μπόρεσε να σηκώσει η γιαγιά μου το πένθος της. Μόνο με δύο μαντήλια μπορείς να κουβαλήσεις κομμάτι τον θάνατο. Χρειάζεσαι δυο μαντήλια να κουβαλήσεις έτσι θάνατο. Δύο.

-Το πρώτον το μαντήλι χαμηλά

-να μεν φαίνουνται μαλλιά

-να μεν φαίνεται το μέτωπον

-να κρύφκει την ομορφκιάν

-το πρώτο το μαντήλι να κρύφκει την γεναίκαν

-μαντίλιν μαύρον κάτω που την τζεφαλήν σου δημμένον

-Ούλλην σου την ζωή δημμένον

-το δεύτερον πάνω στους νώμους

-ριχτό πάνω στην ράσσιην

-άδυτον

-το δεύτερον το μαντήλιν

-δκυό κουρούκλες πάνω της η γεναίκα

-δκυό κουρούκλες να σηκώσει το βάρος

-Άλλα έσσιει βάρος που εν τω σηκώνουν οι κουρούκλες

-Έσσιει βάρος που εν τω σηκώσουν τα μαντίλλια

-Σσίλια χρόνια να είσαι μαντισμένη

-Σσίλια μαντίλια να βάλεις

-Έσσιει βάρος που μόνο η ψισσιή το σηκώνει

-Τζαι τζείνη έσσιει φορές που εν το αντέχει

-Για τούτο τζαι βαρεί την ώρα που εν να φκυεί

-Έσσιει βάρος η ψυσσιή σου Σπασούλα;

-Έσσιει βάρος που την τραβά να μεν ηφκεί;

Η Σπασούλα τα Σάββατα έφευγε, ξυπνούσε το πρωί και μας άφηνε. Πού πας Σπασούλα τα Σάββατα; Γιατί μας άφηνες; Πάω να καθαρίσω τους τάφους. Είναι κόσμος που έθαψε τους ανθρώπους του και μετά να πάει να τους δει δεν κατάφερε, να πάει να τους καθαρίσει δεν πρόλαβε, και πήγαινε η Σπασούλα τα Σάββατα αμισθί να καθαρίσει τους τάφους. Αμισθί, δηλαδή λεφτά δεν έπιανε, από κανένα υποχρέωση δεν έλαβε. Από μόνη της το πρωί ξυπνούσε, έπιανε το λίτρο το λάδι το καλό, σαπούνι και σφουγγάρι να πλύνει τα ποτήρια των ψυχών, Να μπαίνει το νερό και το λάδι καθαρά στο ποτήρι. Γιατί πρέπει να μπαίνει να μπαίνει το νερό και το λάδι καθαρά στο ποτήρι Σπασούλα; Να μπορεί να δει του ανθρώπου η ψυχή. Άσε με πια! Η Σπασούλα τα Σάββατα ερωτήσεις πολλές δεν δεχότανε. Πήγαινε έλεγε να μιλήσει με τον γιό της. Θαμμένος ο γιος της δεν ήξερε που ήτανε. Ήτανε λέει κάπου θαμμένος σε τάφους ομαδικούς. Σπασούλα; Σπασούλα! Μόνο αυτό πες. Πες σε παρακαλώ Σπασούλα. Τι είναι τάφοι ομαδικοί; Ε, είναι τάφοι που έθαβαν πολλούς πολλούς ανθρώπους μέσα. Τότε που γινήκε το κακό, πολλούς δεν είχαν ώρα να τους θάψουν, έβαλαν ένα εκσκαφέα, μάζευε όπως όπως τα κορμιά, βρουμ βρουμ βρουμ και τα έβαλε σε ένα τάφο. Ερχόταν κι ένας παπάς, έψαλλε μια ακολουθία, έβαλαν πάνω πάνω και χώμα τους έθαβαν. Και ποιοι ήταν μέσα δεν ήξεραν; Και ποιοι ήταν μέσα δεν ήξεραν. Μάζευαν όπως όπως τα κορμιά και τα έθαβαν. Και λένε πως πολλούς τους έθαψαν μπρούμυτα. Τι πειράζει Σπασούλα που έθαψαν πολλούς πεθαμένους μπρούμυτα; Σαν θάψεις τον πεθαμένο μπρούμυτα, δεν μπορεί αποθανόντας του να πιει νερό και μένει συνέχεια να διψά. Θέλει συνέχεια ο πεθαμένος νερό. Πρέπει να ξεδιψάσουν οι άλλοι πεθαμένοι από γύρω, να δώσουν στον δικό σου που πέθανε να πιει νερό. Άσε με πια, έλεγε η Σπασούλα και έβαλλε τον κουβά να ποτίσει τους τάφους. Πότιζε όλο το Σάββατο του τάφους.

Η Σπασούλα της λίγες φορές που μας έλεγε για το γιο της, έλεγε πως έφταιγε το αλάτι. Πολλές φορές δεν μας είπε η Σπασούλα για το γιό της, έπρεπε να είναι καλοκαίρι, να σπάει στην μέρα η ζέστη, να κάνει τόση ζέστη στη μέρα που να θέλεις να πεθάνεις. Έπρεπε να κάνει τόση ζέστη. Τότε μόνο, στα δειλινά, καθόταν η Σπασούλα στην αυλή να μας πει για τον γιό της. Έλα Σπασούλα στην αυλή, έλα να κάτσεις κοντά μας. Πες μας Σπασούλα την ιστορία για το αλάτι. Πες για τότε που αλατίσανε το γιο σου. Και μας έλεγε η Σπασούλα την ιστορία με το αλάτι. Μας έλεγε για τότε που αλατίσανε το γιό της. Σαν κοιλοπονούσε η γυναίκα στα χωριά, σαν έπρεπε να έρθει η ώρα να γεννήσει, πήγαινε μια χωριανή στον μπακάλη του χωριού να φέρει στο σπίτι αλάτι. Να φέρει στο σπίτι αλάτι άσπαστο χοντρό καθαρό, αλάτι αζύγιστό και να πληρώσει τον μπακάλη και να μην πει κουβέντα στον γυρισμό. Γιατί Σπασούλα δεν έπρεπε να ζυγίσει το αλάτι ο μπακάλης; Γιατί η γυναίκα δεν έπρεπε να πει κουβέντα στον γυρισμό; Γιατί έπρεπε στο σπίτι να κάτσουν να σπάσουν το άσπαστο αλάτι. Έπρεπε να κάτσουν οι γυναίκες αμίλητες να σπάσουν το αλάτι στο κατώφλι με πέτρα βαριά πέτρινη. Όσο πιο βαριά, τόσο πιο έξυπνο το μωρό. Έπρεπε να σπάσουν το αλάτι να γίνει σκόνη λεπτό. Όσο πιο λεπτό, τόσο πιο καλό το μωρό. Έπρεπε να βάλουν το αλάτι στο νερό. Να κάνουν αλάρμη πυκνή. Όσο πιο πυκνή τόσο πιο σωστό. Να κάνουν με αυτό το πρώτο μπάνιο για το μωρό; Να κάνουν με το αλατισμένο νερό το πρώτο μπάνιο στο μωρό. Ύστερα να το στεγνώσουν και να το αλείψουν παντού με αλάτι. Έπρεπε μια καλή αμίλητη γυναίκα να πάρει αλάτι να βάλει παντού στο μωρό. Να αλατίσει τα χέρια, τα πόδια, το κεφάλι, τα απόκρυφα του. Όσο πιο καλή η γυναίκα τόσο πιο καλό το μωρό. Όσο πιο πολύ το αλάτι τόσο πιο καλό το μωρό. Αχ βαχ. Τι κάνετε εσείς Σπασούλα; Δεν είχατε πολύ αλάτι για το μωρό; Τίποτε δεν κάναμε εμείς. Δεν είχαμε πολύ αλάτι για το μωρό. Το μωρό ήθελε να έρθει στον κόσμο γρήγορα. Να πάμε στον μπακάλη να πάρουμε αλάτι δεν προλάβαμε, να σπάσουμε το άσπαστο αλάτι δεν προλάβαμε. Γεννήθηκε μόνος του, βιαστικό;. Καλή γυναίκα στο σπίτι να αλατίσει το μωρό δεν είχαμε. Σηκώθηκα εγώ λιχούσα να αλατίσω το μωρό. Γίνεται Σπασούλα να αλατίσει η μάνα το μωρό; Γίνεται Σπασούλα να βάλει αλάτι η μάνα στο μωρό; Γίνεται καλό το μωρό σαν αλατίσει η μάνα το μωρό; Πες Σπασούλα. Σπασούλα! Γιατί αλάτισες εσύ το μωρό; Αχ βαχ, έλεγε η Σπασούλα, άλλη γυναίκα δεν είχα στο σπίτι να βάλει αλάτι στο μωρό. Σηκώθηκα εγώ λεχώνα. Πολύ αλάτι στο σπίτι δεν είχαμε. Πήρα όσο βρήκα από το μπουκάλι. Έβαλα αλάτι στα χέρια στα πόδια στο κεφάλι στα απόκρυφα του. Όσο πιο καλή η γυναίκα τόσο πιο καλό το μωρό, έλεγε η Σπασούλα και με κοίταζε από χαμηλά. Δεν είχα πολύ αλάτι για το μωρό. Έβαλα αλάτι στα χέρια στα πόδια στο κεφάλι στα απόκρυφα του. Ξέχασα το στήθος. Ξέχασες το στήθος. Ξέχασα το στήθος, έλεγε η Σπασούλα, δεν έμεινε αλάτι να αλείψω το στήθος του μωρού. Εδώ, έκανε η Σπασούλα και χτυπούσε με το δεξί της χέρι ανάμεσα στα στήθη τα δικά της. Θυμάμαι καλά που τέλειωσε το αλάτι σαν πήγα να αλείψω στο στήθος το μωρό. Ξέχασες το στήθος, έλεγα εγώ. Ναι, έγνεφε η Σπασουλά σιωπηλή. Τέλειωσε το αλάτι στο στήθος του μωρού.

-Τζείνη που έβαλλεν το άλας έπρεπε να ήτουν η πιο καλή.

-Η πιο νούσιμη.

-Η πιο καλόκαρτη.

-Να πάρει που λόου της το μωρόν.

-Αλατίζαν με την αλάρμη τον μωρόν να γενεί καλό.

-Με άλας άσπαστον αζύαστον.

-Με άλας που ήταν καθαρό.

-Έπρεπε να βάλεις το άλας παντού.

-Τζαμαί που άφηνες το κορμί δίχα άλας ήταν να γενεί κακόν

-Για τρεις, για πέντε, για εφτά, αριθμός μονός.

-Τόσες γεναίτζες, τόσες.

-Μόνον έτσι ήταν να γενεί καλό τον μωρό.

-Με άλας άσπρο, άσπαστο, αζύαστον, καθαρόν.

-Τζαι η μάνα έν έπρεπε να βάλει άλας πάνω στο μωρό.

-Στρέφεται πάνω στην μάνα σαν βάλει η μάνα άλας πάνω στο μωρό.

-Κάλλιον μεν το αλατίσεις παρά να αλατίσεις λάθος τον μωρό.

Η Σπασούλα τους Τούρκους καθόλου δεν τους ήθελε. Ήρθανε πήρανε τα σπίτια μας, μας σκότωσαν, μας έκαναν πρόσφυγες έλεγε. Και ούτε που τους κάναμε κι εμείς κακά παραδεχότανε. Αυτά που μας κάνανε αυτοί πολύ χειρότερα ήταν, έλεγε. Είχε και το θέμα με τον γιο της που τους κατηγορούσαν ότι έφεραν τους Τούρκους με αυτά που κάνατε αλλά δεν το παραδεχότανε. Αυτοί θα κάνανε ότι κάνανε, αιτίες πολλές είχανε, αφορμή ψάχναμε, έλεγε και τους Τούρκους καθόλου δεν ήθελε, να τους δει δεν ημπόραγε. Μέχρι πήγαμε σε εκείνη την εκδήλωση για την κηδεία. Ήτανε τότε που εμείς βρήκαμε τον Γιωργάκη μας και τον θάψαμε αλλά της Σπασούλας τον γιο της καθόλου δεν βρήκανε. Μας κάλεσε η επιτροπή σε μια εκδήλωση, εμείς πως θα έρχονταν και Τούρκοι δεν ξέραμε, πως θα λέγανε τέτοια λόγια δεν ξέραμε, για αυτό το πήραμε μαζί και το παιδί. Μας κάθισαν τότε να μας πουν πως κάνουνε γενικά την ταυτοποίηση και πως κι άλλες μαρτυρίες για ομαδικούς τάφους θέλανε και πως αν ξέραμε κάποιον που ήξερε πληροφορίες να μας πει. Σηκώθηκε τότε μια Τουρκάλα στην ηλικία μου να πει πως όλα αυτά τώρα για τους νεκρούς του 74 που γίνονται βοηθήσανε να βρεθούνε και οι δικοί τους οι νεκροί που σκοτώθηκαν το 63 στις διακοινοτικές τις ταραχές, έτσι τι είπε διακοινοτικές επειδή μέσα στους μεγάλους τους τάφους που ανοίγανε τώρα έβρισκαν από κάτω και τους άλλους τους παλιούς τους νεκρούς. Σπασούλα που βρίσκανε τους άλλους νεκρούς; Ήτανε κάτω κάτω θαμμένοι οι Τούρκοι που τους σκοτώναμε εμείς το 63 και πάνω πάνω οι άλλοι οι πεθαμένοι οι δικοί μας που τους σκότωσαν αυτούς οι Τούρκοι στην πρώτη και την δεύτερη εισβολή. Καλά δεν βρίσκανε άλλο τόπο να τους βάλουνε; Πηγάδια βρίσκανε και ξέρες μας είπε η Τουρκάλα, τόπους που είχε τρύπες και κοιλώματα, που γέμιζε παλιά νερό. Ρίχναμε εμείς τους δικούς τους στα πηγάδια μας, έριχναν μετά και αυτοί τους δικούς μας στον ίδιο τόπο, φύρδην μήγδην τα κόκκαλα, κάτω οι Τούρκοι πάνω οι Έλληνες, ύστερα έρχονταν βροχές, τα πηγάδια γεμίζανε, τα κόκκαλα ανακατεύονταν, για αυτό θέλανε τώρα τις επιτροπές να κάνουνε την ταυτοποίηση, κανένας δεν ήξερε ποιος ήταν ποιος. Κάτσαμε κι εμείς να σκεφτόμαστε ένα πηγάδι γεμάτο κόκκαλα ελληνικά και τούρκικα, ανάκατα μέσα στις ξέρες και τα πηγάδια και στεναχωρηθήκαμε. Είδαμε και την Τουρκάλα που έκλαιγε, σφιχτήκαμε. Στο δρόμο που επιστρέφαμε η Σπασούλα αμίλητη, εγώ που τόσες απορίες είχα να ρωτήσω να μιλήσω δεν μπόραγα, η Γεωργία όμως το σκέφτηκε και έτσι που περπατούσε μου έσφιξε το χέρι και μου πε πως τουλάχιστον μαζί ήτανε. Νεκροί ήτανε, φύρδιν μήγδην τα κόκκαλα ήτανε, αλλά τουλάχιστον παρέα καλή κάνανε, είχανε μου λέει μαμά και όλοι αγωνία που οι δικοί τους δεν τους βρίσκανε, που κανένας δεν ήξερε που ήτανε, καλή παρέα κάνανε, φίλοι στον πεθαμό τους γινήκανε, σίγουρη τώρα η Γεωργία μας το δήλωνε, κάτω οι Τούρκοι πάνω οι Έλληνες, ύστερα έρχονταν βροχές, τα πηγάδια γεμίζανε, τα κόκκαλα ανακατεύονταν, φίλοι γινήκανε μαμά, φίλοι γινήκανε θεία Σπασούλα, μην κλαις πια, μην κλαις.

-Προχτές επέθανεν τζαι η Αϊσέ!

-Βάι βάι βάι πάει τζαι η Αϊσέ.

-Έτσι καλήν την ώρα εκλαίαν την προχτές ποτζεί τζαι οι δικές της.

-Μαύρο κλάμαν που εκάμαν, κλάμαν κλάμαν ποτζεί τζαι οι δικές της.

-Σαν είδε είπαν πως ήτουν που τα αλήθκεια να πεθάνει εφώναξεν τον χότζαν.

-Φωνάξετε τον χότζαν τον χότζαν!!

-Είπε να φύουν ούλες που την κάμαρην που είσσεν να του πει.

-Να φύτεε ούλες ούλες ούλες που έχω κάτι να του πω.

-Τζαι εσηκώθηκεν τζαι είπεν του τα μυστικά που ήξερε για τους θαμμένους.

-Ξέρω χότζα μυστικά να σου πω, μόλις πεθάνω να πάεις εσού να τα πεις για τους θαμμένους.

-Να τα πει τζει που πρέπει, να βρεθούν οι αδρώποι να πνάσουν τζαι τζείνοι τζαι οι δικοί τους.

-Ξέρω χότζα μυστικά να σου πω για τους θαμμένους.

-Εφοάτουν λαλεί τόσο τζαιρό να μολοήσει.

-Ξέρω χότζα που τους εθάψαν τους θαμένους.

-Αλλά τώρα που ήρτεν η ώρα φοάται παραπάνω που εν γύρει να πεθάνει.

-Εν θέλω να πάρω μιτά μου χότζα έτσι μυστικόν.

-Είπε του χότζα για κάτι πηάθκια που τους εβάλαν μέσα τους σκοτωμένους.

-Ξέρω χότζα που τους εβάλαν του θαμμένους.

-Είπεν του είδεν τους νύχτα να τους βάλουν μέσα έναν έναν να τους σύρνουν.

-Είδα τους χότζα που εβάλλαν μέσα του θαμμένους.

-Είδαν τους που τους είδεν, εβάλαν της μασσαίριν στον λαιμόν!

-Είπαν μου χότζα εν να πάω να τους έβρω τζαι εγιώ τους θαμμένους.

-Μεν μιλήσεις θκειά! Κονούσμα!

-Κονουσμαμ!

-Που να έρτει η ώρα σου να πεθάνεις θκεια ο ζαμαν κονουσατζάκσιν!

-Κονούσμαντιμ χοτζαμ ο ζαμάντιρ κονούσμαντιμ.

-Κονούς λαλεί της τζαι ο χότζας, σίμντι κονούς ζαμάν γκελντί μίλα τωρά να πνάσουν οι αδρώποι να πνάσουν τζαι οι δικοί τους.

-Τζαι εμίλησεν η Αϊσέ.

-Ξέρω χότζα που τους εβάλαν του θαμμένους.

-Εγίνην 95 γρονών να τα πει.

-Ξέρω χότζα που τους εβάλαν του θαμμένους. Να πάτε τζαμαί να δείτε που εν πολλοί.

-Κονούς Αϊσέ έστω τζαι τωρά, κονούς.

-Ξέρω χότζα που τους εθάψαν του θαμμένους. Ξέρω χότζα που να μεν έξερα.

-Επέθανεν προχτές η Αϊσέ.

-Εσωρευτήκαν τζαι τζέινες ποτζεί όπως εμείς ποδά.

-Βάι βάι βάι, εκαρτέραν να πεθάνει η Αϊσέ να μας τα πει.

-Ξέρω χότζα ξέρω που τους εθάψαν τους θαμμένους.

-Ήξερεν η Αϊσέ, ήξερεν που εθάψαν τους θαμμένους.

Τώρα που εμείς θάψαμε που θαψάμε τι θάψαμε, τώρα εμείς που βρήκαμε τι βρηκαμε, να πηγαίνουμε πολύ στις συγκεντρώσεις σταματήσαμε, να πούμε με τις άλλες πλέον πολλά δεν είχαμε, υπήρχανε και κάποιοι μας κοιτάζανε περίεργα, αυτούς τους είπαν μπορεί και να μην βρεθούν οι δικοί τους και ποτές. Είδαμε και στις εφημερίδες πως υπήρχε και περίπτωση να κόψουνε την χρηματοδότηση, να σταματήσουνε να δίνουνε λεφτά για ταυτοποίηση, πάλι καλά που η Σπασούλα μας εξήγησε, έδιναν λέει λεφτά η Ευρωπαίοι από την Ένωση και τώρα λεφτά που οι πεθαμένοι που βρίσκανε μειωθήκανε, κάθε χρόνο λιγότεροι γίνανε, να κόψουν τα λεφτά πολύ σκεφτήκανε. Πρέπει και κάποτε να μπει και τέλος στη δουλειά της επιτροπής. Είναι λέει άνθρωποι που για πάντα χαθήκανε, υπάρχουν και αυτοί που δεν ποτέ δεν βρεθήκανε, υπάρχουν αυτοί που δεν μπορούν να βρεθούν πια με τίποτε. Πάει να πει και τούτο τελικά που εγίνηκε, ετούτο τελικά που γυρεύανε μια μέρα θα πάψει, ότι βρήκανε βρήκανε, όσους βρήκανε βρήκανε, όσους θάψαμε θάψαμε, για άλλους πλέον δεν θα έχει, σιωπή. Έτσι το κατάλαβα Σπασούλα, έτσι είναι Σπασούλα, πες μας κι εσύ; Πες μου Σπασούλα υπάρχουν ανθρώποι που για πάντα χαθήκανε; Που δεν θα τους βρει ποτέ τους κανείς; Και πώς θα τους πουν τους χαμένους που χαθήκανε; Βρήκανε λέξεις να πούνε τους χαμένους που δεν βρίσκονται; Γίνεται να χαθούν Σπασούλα οι άνθρωποι δύο φορές; Έχουμε λέξεις να πούμε για αυτούς που δυο φορές χαθήκανε; Μίλα Σπασούλα, πες μου κι εσύ.

-Που εγεννιούνταν το μωρό έπρεπε να του βάλεις δίπλα του μια κόρταν ψουμίν.

-Ψουμίν ψουμίν.

-Ψουμίν για να εν ευλοημένο για πάντα.

-Για πάντα για πάντα!

-Ψωμί ώσπου το μωρόν να νεχουλλέψει.

-Ψωμίν να σε σου πιάσουν οι Καλές Γεναίτζες το μωρόν.

-Επιάναν οι Καλές Γεναίτζες το μωρό να το αλλάξουν.

-Να βάλεις του μωρού έναν κουλλουρούιν στο σσέριν.

– να του βάλεις κάτω που το μαξιλάρι ψαλίδι, σίερον να το προσέχει,

-να του βάλεις άλας άσπαστο, να έρτει μια νούσιμη να το αλατίσει.

-Τί που τούτα ούλα εν έκαμες Σπασούλα στο μωρόν.

-Βάι βάι βάι. Αλλόπως ήρταν οι Καλές Γεναίτζες.

Κάθε φορά που η Σπασούλα θυμάται τον γιό της τηγανίζει ψωμί. Βάνει στο τηγάνι φιστικέλαιο να κάψει, κόβει παλιό ψωμί λουρίδες λουριδάκια, τηγανίζει να τραβήξει το ψωμί το λάδι να μαράνει, το ραντίζει πια με ζάχαρη ψιλή. Κάποτε το ψήνει τα δειλινά να το φάμε μόνο οι δυό μας, κάποτε την βλέπω να το ψήνει μόνη της, να κάθεται να τρώει στην αυλή. Γιατί Σπασούλα σαν θυμάσαι τον γιό σου τηγανίζεις το ψωμί; Γιατί Σπασούλα τρως μονάχη στην αυλή το ψωμί; Επειδή τηγάνιζα ψωμί στον γιό μου όταν ήτανε μικρός. Έβαζα το λάδι να κάψει, έκοβα λουρίδες λουράκια που ήτανε ο γιός μου μικρός. Τηγάνιζα το ψωμί και έβαζα να ραντίσω με μπόλικη ζάχαρη. Έτσι έκανα του γιού μου που ήταν μικρός. Έτσι έκανε η Σπασούλα του γιού της που ήταν μικρός. Άλλα να μου πει δεν θέλει, κάθεται μόνη στην αυλή ραντίζει ζάχαρη το ψωμί και κλαίει, αλλά εγώ νομίζω πως είναι που θέλει να θυμάται τον γιο της μικρό. Δεν λέει ο Σπασούλα όσο και να ρωτήσω, αλλά κάποτε θέλει να θυμάται τον γιό της μωρό. Για αυτό το τηγανίζει το ψωμί. Για αυτό το ραντίζει με ζάχαρη. Με καφέ ζάχαρη. Είναι που θέλει να θυμάται πώς ήταν ο γιος της μωρό.

-Να το γεννήσεις.

-Να το βηζάσεις.

-Να το χαδέψεις.

-Να το φιλήσεις.

-Να τουλουπιάσεις.

-Να ναννουρίζεις.

-Τζαι να ελπίζεις.

-Να γεννείς καλός.

-Να γενείς σωστός.

-Να γενείς άδρωπος.

-Γέννα τον.

-Βήζασε.

-Χάδεψε.

-Φίλησε.

-Έλπιζε.

-Να γενεί καλός.

-Να γενεί σωστός.

-Να γενεί άδρωπος.

-Τώρα που μπόρεις.

-Τώρα που εν μπορετον.

-Μεν αρκείς Σπασούλα, κάμε ευτζές τωρά που ακούουν οι μοίρες.

-Κάμε ευτζές τωρά, που εν μιτσής τζαι μωρόν.

-Κάμε ευτζές τωρά, μακρά που τες Καλές Γεναίτζες.

Μια φορά μόνο τσακώθηκα με την Σπασούλα, μια φορά μόνο εκείνη τη μόνη φορά που δεν έπρεπε, που στράφηκε πίσω από την εκκλησιά που πήγανε να θάψουν τον γιό της. Μάρτυς μου θεός ξύπνησα εκείνο το πρωί με πονούσε το στομάχι μου, μάρτυς μου ο θεός να πάω μαζί της δεν μπόρεγα, έπεσα στο κρεβάτι από τους πόνους φώναζα, μαζί της στην κηδεία να πάω δεν μπόρεσα, μάρτυς μου ο θεός ευτυχώς που έδωσε και αρρώστησα, να πάω μαζί της στην κηδεία δεν μπόρεγα, τα κάναμε πια όλα ίσα και όμοια, αφού και την δική τους ταυτοποίηση την κάνατε της επιτροπής εθελοντικά.

Της Σπασούλας της τηλεφώνησαν βράδυ να της πούνε που βρήκαν τον γιο της. Δεν ήτανε βράδυ Σπασούλα που σε πήραν τηλέφωνο να σου πουν για τον γιο σου; Βρέθηκε είπαν σε τάφο ομαδικό, θαμμένος μπρούμυτα δίπλα σε τρεις άλλους. Όλους τώρα πια τους μαζέψανε, όλους σχεδόν εκείνης της μέρας τους βρήκανε, αποφασίσανε πια κι αυτούς να τους θάψουνε, ήτανε λέει αθώοι και κάνανε διατεταγμένη υπηρεσία, βγήκε και ο υπουργός στην κηδεία και μίλησε. Ήτανε αθώοι αφού κάνατε ότι τους διατάξανε, ήταν αθώοι κάνανε ότι τους είπανε, ήταν αθώοι πρέπει κι αυτούς πια να τους θάψουμε, να κλείσουμε τις πληγές και τα κεφάλαια, ντροπή το κράτος μας τους κράτησε τόσα χρόνια ατιμασμένους. Μπήκανε λέει κάποιοι στα άρματα, να χτυπήσουνε τον Μακάριο θέλανε, βουρ βουρ βουρ στο Προεδρικό θα μπαίνανε, τους χτύπησαν οι άλλοι που ήτανε στην φρουρά τους σκοτώσανε. Σκότωσε ο ένας τον άλλο, όλοι σκοτωθήκανε. Διαταγές όλοι τους υπακούανε, διαταγές ακολουθούσανε, αθώοι όλοι είπε ο Υπουργός να σκοτώσουν τον άλλο πραγματικά δεν θέλανε, ακολουθούσαν οδηγίες από ψηλά. Ποιος ήταν Σπασούλα και έδινε οδηγίες ψηλά; Ήταν αθώοι εκάναν ότι τους διατάξανε, ήταν αθώοι να ορθώσουν το μπόι τους δεν μπορέσανε, ήταν αθώοι τι γινόταν δεν ξέρανε. Ήταν 18 χρονών παιδιά. Τους έβαλαν να βάλουν την χακί τη στολή τους έδωσαν στα χέρια τα όπλα τους είπαν να πάνε να σκοτώσουν τον Μακάριο, αυτοί ήταν μικροί να πούνε όχι δεν μπόρεσα, έλα στη θέση τους είπε η Σπασούλα, να πει όχι δεν μπόρεσε, ήταν αθώος ήταν ένοχος, έπεσε εκεί σκοτώθηκε, ξέρω πως αρρώστησες να μην έρθεις να τον θάψουμε στην κηδεία, ήταν 18 χρονών και όχι να πούνε δεν μπόρεσα, αθώος ή ένοχος ήταν ο γιος μου και πέθανε, για 40 χρόνια τον ψαχνάμε, τώρα τον βρήκαμε θαμμένο μπρούμυτα να διψά, ήταν το μωρό μου 40 χρόνια μπρούμυτα διψασμένο και νεκρό. Και άρχισε να κλαίει η Σπασούλα που έμεινε τόσα χρόνια ο γιος της άποτος και άνερος, βγήκα κι εγώ στην αυλή και στο κλάμα της συντρόφευσα. Προλάβαμε την Γεωργία που ερχόταν να μας βρει με τα βιβλία της, να μας μαλώσει που μαλώσαμε, κάτι για ένα Πολινίκη να μας πει είπε ήθελε, εμείς έτσι όνομα από κοντά ποτέ δεν γνωρίσαμε, ο γιος κάποιας άλλης γυναίκας νομίζω ήτανε, και αυτόν πεθαμένο τον βρήκανε, κλάψαμε εκείνη την νύχτα με την Σπασούλα για όλους τους πεθαμένους αγνώστους και γνωστούς. Με την Σπασούλα μόνο μια φορά τσακωθήκαμε, εκείνη την φορά που δεν έπρεπε, που έπαθα και αρρώστησα και δεν πήγα μαζί να θάψουμε τον γιο της. Και το φέρω βαριά στην καρδία μου, που πάντα εκείνη μου στάθηκε κι εγώ εκείνη την μέρα δεν μπόρεσα, να σταθώ δίπλα της δεν τα κατάφερα, να θάψουμε τον γιο της δεν καταφέραμε. Δίπλα κοντά της δεν έμεινα, ήμουνα κακιωμένη που πίστευα πως ήταν ο γιος της που είχε με τους τρόπους του σκοτώσει τελικά τον Γιωργάκη. Μετά από εκείνη τη μέρα η Σπασούλα αρρώστησε, μετά που τον έθαψε έπεσε στο κρεβάτι και αρρώστησε, βρεθήκαμε τώρα όλες εδώ να την ξενυχτήσουμε, να πούμε ιστορίες μη νιώθει μόνη της ξανά. Γιατί τόσα χρόνια όλο τούτο που έζησα, τόσα χρόνια που τόσα για τους χαμένους τα βίωσα, ένα πράμα μόνο αν ένιωσα αν υπάρχουν αθώοι είμαστε εμείς, εγώ η Σπασούλα και οι άλλες που περιμέναμε, εγώ η Σπασούλα και οι άλλες που καρτερούσαμε, εγώ και η Σπασούλα και οι άλλες. Αθώες. Μόνο εμείς.

-Ήταν λαλεί κάποτε θκειό αδέλφκια.

-Αδέλφκια που τα αλήθκεια αλήθκεια.

-Ασέλφκια μα εμαλώσαν.

-Ετραβήσαν μασσαίρκια τζαι εμαλώσαν εμαλώσαν.

-Ε του δα είχαν ένα βασιλείο να μοιράσουν.

-Του τόπου τους που εν γλτζής τζαι πικρός.

-Της γλυκίας της χώρας! Παραμυθκια!

-Επέσαν εμαλώσαν εσκοτώθηκαν.

-Επέσαν εμαλώσαν, εσύραν τα γαίματα τους, εχαθήκαν.

-Κάνενας εν ηξέρει που τους εθάψαν.

-Της γλυκίας της χώρας! Παραμυθκια!

-Παραμύθκια παραμύθκια παραμύθκια!

-Επέσαν εθάψαν τους εχαθήκαν.

-Εχαθήκαν οι θαμένοι οι πεθαμένοι.

-Αλλά κανένας εν τους είπεν τους δικούς τους πως επεθάναν.

-Τζαι εγυρεύκαν τους οι γενέτζες τζαιρό.

-Οι μανάες τους,

-Οι κόρες τους.

-Οι γενέτζες τους.

-Παραμύθκια παραμύθκια.

-Έτσι λαλεί το παραμύθι.

-Εφκαίναν τες νύχτες τζαι εφωνάζαν

-Εφκαίναν τούτες τες νύχτες τζαι ενεκαλιούνταν.

-Πού είσαστεν; Ελάτε πίσω!

-Πού είσαστεν; Ελάτε κοντά μας.

-Πού είσαστεν; Γιατί εν ερκεστε;

-Τζαι εν εβρέθηκεν ένας να τους πει;

-Εν εβρέθει κανένας να τους πει.

-Ούτε η Αρετούσα.

-Ούτε η Καστανομαλλούσα.

-Ούτε η Λυερή.

-Ούτε η Μελουζίνη;

-Εν ήξεραν καμιά τους;

-Εν ήξεραν κανένας.

-Ιμίς!

-Αφήκαν τες μόνες τους να νεκαλιούνται.

-Αφήκαν τες μόνες του να κλαίουν.

-Έτσι εν δαμαί τα δικά μας παραμύθκια.

-Έτσι εν τα παραμύθκια.

-Της γλυκίας χώρας!

-Εν έχουν καλό τέλος.

-Εν έχουν τέλος.

 

Translation by Lina Protopapa

About the Author

Constantia Soteriou 

Constantia Soteriou was born in Nicosia in 1975. Her first novel Aishe goes on vacation (Patakis, 2015) received the Athens Prize for Literature. Her second book Voices made of soil (Patakis, 2017) was included in the short list for the Cyprus Literature Awards. She has written plays for independent stages and the Cyprus Theatre Organization.

Related